×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 43
Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013 15:31

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΙΝΟΥΣΗΣ

Written by
Rate this item
(3 votes)

ΔΕΝ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΟΥΝ ΕΜΕΝΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ

Της Σοφίας Διγενή-Κολιοτάση

Τριάντα οκτώ  χρόνια ζει στο Λαγονήσι  ο Γιώργος Κοινούσης.  Εκεί στην οδό Αγάπης με θέα στη θάλασσα έχει φτιάξει το μικρό του «παλάτι» τούβλο –τούβλο, και ακουμπάει σε έναν βράχο από βότσαλα όπως λέει: «Εγώ έπαιζα και προτιμούσα να πάρω ένα τούβλο για να φτιάξω σπίτι παρά να πάρω παπούτσια». 

Θα αναρωτιέστε τώρα γιατί στα πρόσωπα της ιστοσελίδας μας αναφέρομαι στον Γιώργο Κοινούση; Γιατί σας γυρίζω τόσο πίσω στον χρόνο; Γιατί σας γνωρίζω έναν γείτονά σας που δεν είναι και τόσο in σήμερα;. Εν μέρει θα έχετε δίκιο. Όμως ο Γιώργος Κοινούσης ήταν η επανάσταση που δεν γνώρισες φίλη και φίλε αναγνώστη. Σε μια εποχή που όλα τα είχε στα πόδια του, που από «το παιδί με το ακορντεόν», έγινε ο καλλιτέχνης μόδα, ο Σάκης του ‘70, ο Γιώργος Κοινούσης τραγουδούσε για αισθήματα και όχι για χρήματα. Έβαζε την δική του πινελιά στην νεολαία του ’67 που ζούσε για το «πικρό μεροκάματο» αλλά είχε ιδανικά, είχε όνειρα, είχε ελπίδα.

Ο Γιώργος Κοινούσης λοιπόν γεννήθηκε το 1940 στα Λιβάδια της Χίου. Μεγάλωσε στο Χατζηκυριάκειο. «Ήρθα στην Αθήνα πέντε ετών με ένα καΐκι με τους γονείς μου, μέσα σε μεγάλη θαλασσοταραχή, κοντέψαμε να πνιγούμε, από θαύμα σωθήκαμε. Στον Πειραιά, μείναμε σε μια μάντρα με τέσσερα δωμάτια, στο Χατζηκυριάκειο», λέει. 

«Δε με συγκινούνε εμένα τα λεφτά
Ούτε με ζαλίζουν τα χειροκροτήματα
Όλα είναι πυροτεχνήματα
Αξία έχουν τα καλά αισθήματα» 

Η ζωή του δύσκολη και όπως την περιγράφει ακολούθησε μουσικά μονοπάτια: «Έκανα πολλές δουλειές. Πούλαγα τσιγάρα, ήμουν λουστράκος και άλλα. Ο πατέρας μου έπαιζε ερασιτεχνικά ούτι, είχε απωθημένο με τη μουσική και με πήγε σε έναν τυφλό Μυκονιάτη δάσκαλο, που λεγόταν Τάσος Πολυκανδριώτης, Άρχισα να μαθαίνω κιθάρα πολύ γρήγορα κι αυτός φώναζε: «Ελάτε να δείτε το παιδί θαύμα!». Το πρώτο μεροκάματο το έβγαλα παίζοντας ακομπανιαμέντα στην κιθάρα με ένα συγκρότημα πίσω από τον κινηματογράφο Σπλέντιτ στο Πασαλιμάνι - ήμουν δέκα χρόνων. Ύστερα έμαθα ακορντεόν. Στου Παπαδημητρόπουλου, στο Πέραμα, ήταν το πρώτο πάλκο που ανέβηκα. Μετά, μέσω ενός μπουζουξή, του Μπατάγια, πήγα με τον Μπιθικώτση στη Φωλιά της Κοκκινιάς». 

 

Η ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΚΟ

Εδώ αρχίζει για τον Γιώργο Κοινούση η ένωση με το πάλκο. Καζαντζίδης, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Μανώλης Αγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Πέτρος Αναγνωστάκης, Μανώλης Χιώτης, ονόματα με τα οποία συνεργάστηκε. «Ως οργανοπαίκτης συνέχισα μέχρι το 1966. Ήθελα να γίνω συνθέτης, είχα το χάρισμα του στίχου - επαινώ πάντα τον στιχουργό, ο στίχος είναι σαν το αριστερό πόδι του ποδοσφαιριστή». 

Έτσι κι έγινε. «Εκείνη την εποχή οι εταιρείες είχαν γερά συμβόλαια με τους συνθέτες. Εμείς ήμασταν οι δόκιμοι, είχαμε όμως το όνειρο να ακουστούν τα τραγούδια μας. Πρώτη επιτυχία που έγραψα ήταν το «Αχ, ας μπορούσα», που είπε η Γιώτα Λύδια το 1964. Πήγα για πρόβα στο σπίτι του συζύγου της Στράτου Ατταλίδη και, όταν μου έβαλε κάποια δικά του τραγούδια, επαναστάτησα και άρχισα να του τραγουδάω τον σκοπό. Τηγάνιζε η Γιώτα ψάρια στην κουζίνα, τρελάθηκε και είπε: «Θα το πω εγώ»! Όταν το ηχογραφούσαμε στην Κολούμπια, ειδοποίησαν τον Τάκη Β. Λαμπρόπουλο ότι γράφουμε ένα σίγουρο σουξέ. Και έτσι έγινε. Θα το συνυπογράφαμε με τον Ατταλίδη, αλλά αυτός παλικαρίσια πήγε μετά από έναν μήνα και είπε στον Λαμπρόπουλο ότι το είχα γράψει εγώ. Υπέγραψα, βέβαια, ως Φ. Κοινούσης, αφού οι άλλοι συνθέτες δεν θα με παίρνανε στις εκτελέσεις, γιατί, σου λέει, αυτός θα μας κλέψει καμιά μελωδία τώρα που είναι συνθέτης.   Το «Άνθρωποι Είμαστε» που ερμήνευσε η Δούκισσα στην εταιρεία Φίλιπς του Σπύρου Ράλλη έγινε μεγάλη επιτυχία».

Δεν ξεχνάει όμως το πρώτο του τραγούδι που είναι τόσο σημερινό και καυτηριάζει την καθημερινή μας πραγματικότητα όπως και τότε άλλωστε: «να σου δίνουν τα γραμμάτια χαστούκια και να θες και το ουίσκι στα μπουζούκια». Μιλώντας για την εποχή του ο Γιώργος Κοινούσης ομολογεί: «Τότε φεύγαμε και πολλές φορές χωρίς νυχτοκάματο. Δεν γέμιζαν πάντα τα μαγαζιά, αυτό άλλαξε μετά το 1965. Τότε γέμιζαν τα κέντρα με πολλά λεφτά. Ήθελαν εφέ, έσπαγαν πιάτα … αυτά μας φάγανε…»

ΕΓΙΝΕ ΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΓΙΑΤΙ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙ ΖΩΗ

Ο Γιώργος Κοινούσης απαρνήθηκε νωρίς την νύχτα. Δεν το μετάνιωσε. Γιατί όπως λέει ευχαριστεί κάθε μέρα το Θεό που του χαρίζει μια ακόμα καινούργια μέρα για να ζήσει γιατί:  «Όταν θυμόμαστε ότι ζούμε, τότε ζούμε!».

«Άνθρωποι είμαστε και σφάλματα κάνουμε
όλοι σε τούτη τη ζωή
κι είναι πολύ σκληρό ο ένας απ τους δυο
τον άλλο να μην εννοεί» 

Αυτό ακριβώς βρήκε όταν αποφάσισε να έρθει εδώ:  «Στο Λαγονήσι μένω από το 1976. Ταίριαζε με τον χαρακτήρα μου, με τον τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να έχω σχέση με τον θόρυβο και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο εσωτερικός μου κόσμος ήταν φτιαγμένος για άλλα πράγματα. Στον κήπο έχω ό,τι χρειάζεται να φάει ένας άνθρωπος. Εδώ βρίσκω τον Γιώργο. Γράφω τα τραγούδια μου. Προσεύχομαι.». 

Και η δόξα; «Οι σπουδαιότεροι πλατινένιοι δίσκοι της ζωής μου είναι τα δύο μου παιδιά που με λατρεύουν και με σέβονται και τα πέντε εγγόνια μου» λέει πάντα συγκινούμενος από απλά πράγματα. «Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει τον ήλιο και τα χρώματα με καθαρή ματιά. Κατάλαβα ότι και μέσα σε παλάτια να ζεις, αν δεν υπάρχουν ο Χριστός και η αγάπη μέσα, μοιάζουν σαν τάφοι» τονίζει. 

Ο Γιώργος Κοινούσης θα μπορούσε να ασχοληθεί με την πολιτική και να πετύχει να γίνει βουλευτής όμως ο ίδιος ομολογεί  ότι αποποιείται αυτής της τιμής διότι: «Δεν μου αρέσει να λέω ψέματα σαν τους περισσότερους πολιτικούς. Δεν θέλω να διχάζω τον λαό. … Δεν κάνω τις ιδέες μου εμπόρευμα για να βγάλω λεφτά όπως άλλοι», λέει και τα λόγια του δεν είναι πυροτεχνήματα αφού γυρίζει παντού (σε εσωτερικό-εξωτερικό) και τραγουδάει αφιλοκερδώς μπαλάντες του διανθισμένες με ηθοπλαστικές «παρλάτες», με σκοπό να ανακουφίσει τους συνανθρώπους του από το άγχος και τις πολλαπλές ψυχικές πιέσεις (κυκλοφορούν σχετικές κασέτες, οι εισπράξεις των οποίων διατίθενται σε φιλανθρωπικούς σκοπούς). Πρόκειται, όπως δηλώνει, για «ένα προσωπικό οδοιπορικό αγάπης και χριστιανικής επικοινωνίας». Ο καταξιωμένος λαϊκός καλλιτέχνης αρνείται επίμονα να ξαναγυρίσει στον σημερινό αστραφτερό Κόσμο του θεάματος, λέγοντας: «σε ένα σπίτι με υγρασία, ποντίκια και κατσαρίδες ξαναγυρνάς; Ποτέ! Γιατί να ξαναγυρίσω εγώ;»

Είναι εκείνος που δίνει συμβουλή στον άνεργο νέο: «να μην χάνει το θάρρος του». Και μας εξηγεί πως πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα έχουμε: «Η Ελλάδα ζούσε στον υπερκαταναλωτισμό, έμοιαζε με μεθυσμένη πολιτεία και τώρα κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Η άσκηση, η υπομονή, το θάρρος, η αισιοδοξία, είναι το πακέτο με το οποίο μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος!»            

 

«Να σε λιώνει η αγωνία και το άγχος
Και στο σπίτι να γυρίζεις ένα ράκος
Το κορίτσι να σου λέει για στεφάνι
Και να είσαι μπερδεμένος και με άλλη
Να σου δίνουν τα γραμμάτια χαστούκια
Και να θες και το ουίσκι στα μπουζούκια
[ρεφραίν:]
Όλα ψεύτικα όλα χάρτινα
Σαν πυροτέχνημα είναι η ζωή
δίχως έρωτα δίχως όνειρα
κανείς να ζήσει δεν μπορεί
Άλλοι έρχονται κι άλλοι φεύγουνε
Χωρίς να δούνε άλλο πρωί»

    

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.livanis.gr/ViewAuthors.aspx?ValueId=718663

Κοινούσης-Γιώργος-Στην-ατέλειωτη-άσφαλτο_p-941786.aspx

 
Read 7183 times Last modified on Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013 18:50

Login to post comments